«Η ίδια η διατήρηση του status quo συνιστά την καταστροφή.»

Μεταφράσαμε και δημοσιεύουμε το κείμενο του Herbert Böttcher, «Η ίδια η διατήρηση του status quo συνιστά την καταστροφή», μια επαναπροσέγγιση του Βάλτερ Μπένγιαμιν με αφορμή τα εκατό χρόνια από το απόσπασμά του «Ο καπιταλισμός ως θρησκεία» (1921). Ο Böttcher διαβάζει τον Μπένγιαμιν μέσα από το πρίσμα του θεωρητικού κύκλου της κριτικής της αξίας, υποστηρίζοντας με ένα τρόπο ότι η φράση-κλειδί «το ότι τα πράγματα είναι όπως έχουν είναι η καταστροφή» δεν επιχειρεί να περιγράψει μια απειλή που έρχεται μελλοντικά αλλά την ίδια τη λειτουργία του παρόντος καπιταλισμού: μια «επιστροφή του ίδιου» που αντικαθιστά την ιστορία με μύθο, στοιβάζοντας ερείπια, ανεκπλήρωτες ελπίδες και θύματα στο όνομα μιας προόδου χωρίς τέλος. Το κείμενο συνδέει αυτή την ανάγνωση με τη σημερινή πολυεπίπεδη κρίση, τον πόλεμο στην Ουκρανία και την αυξανόμενη έλξη καταστροφικών, ακόμη και αυτοκαταστροφικών, φαντασιώσεων ισχύος, για να καταλήξει στο ίδιο ερώτημα που απασχολούσε τον Μπένγιαμιν στην «στιγμή του κινδύνου»: πώς διακόπτουμε τη ροή του «πάντοτε ίδιου» πριν αυτή καταλήξει, κυριολεκτικά, στο τίποτα.

Herbert Böttcher

δημοσιεύτηκε στο: https://exitinenglish.com/2024/06/15/that-things-are-status-quo-is-the-catastrophe/

Σχετικά με τη σύγχρονη σημασία του Walter Benjamin

1. Γιατί Walter Benjamin;

Πριν από περίπου 100 χρόνια, ο Βάλτερ Μπένγιαμιν έγραψε το απόσπασμά του «Ο καπιταλισμός ως θρησκεία» (Benjamin 1921). Η επέτειος αυτού του κειμένου αποτέλεσε αφορμή για μια εκ νέου προσέγγιση του Μπένγιαμιν. Στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας, η σχέση ανάμεσα στη ρήση του Μπένγιαμιν ότι «το ότι τα πράγματα είναι ‘όπως έχουν’ είναι η καταστροφή» (Benjamin 2006, 184) και την κρίση του καπιταλισμού, η οποία κορυφώνεται στη λεγόμενη πολυκρίση, συγκροτήθηκε σε μια «συστοιχία» (Konstellation). Αυτή η συστοιχία φωτίζει τον εκρηκτικό χαρακτήρα της κρίσης και τον κίνδυνο των καταστροφών που τη συνοδεύουν.

Στην απόπειρα να επανενεργοποιήσουμε τη σκέψη του Μπένγιαμιν, δεν μπορούμε να παραβλέψουμε το γεγονός ότι η κριτική του στον καπιταλισμό εστιάζει στο πολιτισμικό επίπεδο, χωρίς να συμπεριλαμβάνει τη «μυστική εστία της παραγωγής» (Μαρξ 1976, 279), δηλαδή το επίπεδο της πολιτικής οικονομίας (βλ. Böttcher 2021, σ. 35 επ.). Επιπλέον, ο χαρακτηρισμός του καπιταλισμού ως «θρησκεία» από τον Μπένγιαμιν παραμένει φαινομενολογικά ελλιπής (βλ. Kurz 2012, σ. 389 επ.), γεγονός που καθιστά αναγκαία μια διορθωτική αναστοχαστική συνέχεια υπό το φως μιας μαρξικά προσανατολισμένης κριτικής του φετιχισμού. Σε συνάρτηση με πολιτικοοικονομικές και φετιχισμοκριτικές προσεγγίσεις, η σκέψη του Μπένγιαμιν μπορεί να προσφέρει κρίσιμες ενδείξεις για αυτό που ο ίδιος περιέγραψε ως καταστροφή και που εμείς περιγράφουμε ως την τελική κρίση του καπιταλισμού.

2. Μπορεί η ιστορική αφήγηση να γίνει αναγνωρίσιμη;

Με τους επικείμενους κινδύνους του φασισμού και του πολέμου, η σκέψη του Μπένγιαμιν στη δεκαετία του 1920 και του 1930 επικεντρώθηκε στο ζήτημα της ιστορίας. Το τελευταίο του κείμενο, γραμμένο σε μορφή θέσεων, «Σχετικά με την έννοια της ιστορίας» (Benjamin 2006, 389-400) εμπνεύστηκε από το Σύμφωνο Χίτλερ-Στάλιν – «σε έναν αγώνα ενάντια στον μηχανισμό εξόντωσης του Χίτλερ» (Werner 2011, 7). Στον πυρήνα του βρίσκεται το ζήτημα της σχέσης μεταξύ του παρελθόντος και του παρόντος. Συνδέονται με έναν «πυρήνα χρόνου που είναι φυτεμένος τόσο στον γνωρίζοντα όσο και στο γνωστό» (Benjamin 1989, 51). Αυτός ο «πυρήνας χρόνου» κάνει την ιστορία αναγνωρίσιμη.

Ο Μπένγιαμιν, επομένως, διαφοροποιείται σαφώς από μια αστική έννοια της αλήθειας, η οποία δίνει έμφαση στη διαχρονικότητα της αλήθειας. Ταυτόχρονα, διαχωρίζεται και από τη σύνδεση του Χάιντεγγερ ανάμεσα στο «Είναι και Χρόνος» (Heidegger 2008). Στην κατανόηση του χρόνου από τον Χάιντεγγερ, η πραγματική ιστορία δεν λαμβάνει χώρα· η ιστορία μετατρέπεται σε «ιστορικότητα», υπαρξιακή κατηγορία του χρόνου. Πάνω απ’ όλα, ο Μπένγιαμιν αποστασιοποιείται από τον ιστορισμό. Ο τελευταίος επιδιώκει να αναγνωρίσει την ιστορία «όπως πραγματικά ήταν» (Benjamin 2006, 391). Για να το πετύχει, ξεκινά από το παρόν και επιχειρεί να εξηγήσει πώς αυτό προέκυψε, «συμμεριζόμενο» το παρελθόν. Ο Μπένγιαμιν ασκεί κριτική στο γεγονός ότι το νικηφόρο γίνεται το σημείο εκκίνησης για την κατανόηση της ιστορίας, ενώ η προβαλλόμενη «συμπάθεια» προς το παρελθόν μετατρέπεται σε συμπάθεια «προς τον νικητή» (ό.π.). Μόνο ό,τι επιβίωσε ως νικηφόρο καθίσταται ορατό. Όσα απέτυχαν, οι πτώσεις και οι καταστροφές, καθώς και τα θύματα ως οι ηττημένοι της ιστορίας, εξαφανίζονται. Ο Μπένγιαμιν, αντίθετα, επιμένει στον «πυρήνα του χρόνου» που, στη συστοιχία παρελθόντος και παρόντος, καθιστά την ιστορία αναγνωρίσιμη στο «τώρα», μπροστά στον κίνδυνο που επίκειται.

Αυτό έχει επιστημολογικές συνέπειες. Η αναφορά του Μπένγιαμιν στον «πυρήνα του χρόνου» δεν αφορά — όπως σημειώνει ο Αντόρνο — την «αλήθεια μέσα στην ιστορία», αλλά μάλλον την «ιστορία μέσα στην αλήθεια» (Adorno 2013, σ. 135). Συνεπώς, δεν μπορεί να είναι καθήκον της φιλοσοφίας να συλλαμβάνει τη χρονική της συγκυρία μέσω της σκέψης, κατά τη χεγκελιανή έννοια. Διότι, σύμφωνα με τον Αντόρνο, η φιλοσοφία βρίσκεται «μέσα σε μια πραγματικότητα της οποίας η τάξη και η μορφή καταπνίγουν κάθε αξίωση του λόγου» (Adorno 1977, σ. 120). Γι’ αυτό, της στερείται η δυνατότητα να τοποθετηθεί σε θετική σχέση με την πραγματικότητα. Αν επιχειρήσει να το πράξει, τότε «απλώς συγκαλύπτει την πραγματικότητα και διαιωνίζει την παρούσα κατάστασή της» (ό.π.).

Ο Μπένγιαμιν προσεγγίζει την ιστορία από την ανάποδη όψη της, τονίζοντας ότι η έννοια της προόδου πρέπει να «θεμελιώνεται στην ιδέα της καταστροφής. Το ότι τα πράγματα είναι “όπως έχουν” είναι η καταστροφή» (Benjamin 2006, σ. 184). Η ιστορία δεν είναι, όπως στον Χέγκελ, η αυτοαποκάλυψη του Πνεύματος μέσα σε μια προοδευτική διαδικασία, κατά την οποία οι σχέσεις οδηγούνται στον «λόγο». Δεν κατευθύνονται προς έναν θετικό τελικό σκοπό. Στον Χέγκελ, αυτό καταλήγει σε μια δικαιολόγηση του γεγονότος ότι η πορεία της προόδου, που εξελίσσεται στο «πεδίο μάχης» (Hegel 1971, σ. 46) της ιστορίας, συνεπάγεται θυσίες. Αυτές πρέπει να γίνουν αποδεκτές είτε ως αναπόφευκτες παράπλευρες απώλειες είτε ως τίμημα που πρέπει να πληρωθεί για την πρόοδο.

Αντιθέτως, η επιμονή του Μπένγιαμιν ότι το «status quo» είναι η καταστροφή καθιστά σαφές ότι μέσα στο «status quo» η ιστορία κυλά πάνω από ερείπια, ανεκπλήρωτες ελπίδες, ανεκπραγμάτωτες δυνατότητες – με μια λέξη: πάνω από τα θύματά της. Αυτά παραδίδονται στη λήθη, έτσι ώστε «ούτε οι νεκροί δεν θα είναι ασφαλείς από τον εχθρό, αν αυτός νικήσει» (Benjamin 2006, σ. 391). Η αντίληψη της καταστροφής που συμβαίνει τώρα και η σκέψη επ’ αυτής επιτρέπει να έρθει στο φως και στη μαρξιστική-υλιστική σκέψη αυτό που έχει χαθεί και λησμονηθεί – όχι οι νικητές, αλλά οι ηττημένοι. Καθίσταται έτσι δυνατή η πράξη του «να βουρτσίσουμε την ιστορία κόντρα στο ρεύμα» (ό.π., σ. 392).

Ο Μπένγιαμιν χαρακτηρίζει τον χρόνο στον οποίο παρελθόν και παρόν εισέρχονται σε συστοιχία ως «χρόνο-του-τώρα» (Jetztzeit) (Benjamin 2006, σ. 395). Μέσα σε αυτόν αστράφτει μια εικόνα του παρελθόντος. Ο ιστορικός υλιστής «κρατιέται γερά από εκείνη την εικόνα του παρελθόντος που ξεπροβάλλει απρόσμενα μπροστά στο ιστορικό υποκείμενο μέσα σε μια στιγμή κινδύνου» (Benjamin 2006, σ. 391). Παρελθόν και παρόν συγκροτούν μια συστοιχία που τα καθιστά «αναγνωρίσιμα». Η «στιγμή του κινδύνου» για τον Μπένγιαμιν είναι η εξάπλωση του φασισμού και η απειλή του πολέμου. Απέναντι σε αυτόν τον κίνδυνο, ο Μπένγιαμιν διευκρινίζει, στις «Θέσεις για την Φιλοσοφία της ιστορίας», ότι ο αγώνας ενάντια στην ολότητα των φασιστικών σχέσεων κυριαρχίας συνδέεται άρρηκτα με τον αγώνα για το καταπιεσμένο παρελθόν, για όλους όσοι υπήρξαν ανώνυμα ηττημένοι της ιστορίας. Συνεπώς, η ιστορία ως ιστορία των νικητών πρέπει να διακοπεί· η «συνεχεία της ιστορίας» ως ομοιογενής και κενός ρεόντας χρόνος της προόδου πρέπει να εκραγεί.

Ο αγώνας ενάντια στους κινδύνους που αστράφτουν και καθίστανται αναγνωρίσιμοι στο παρόν είναι ένας αγώνας για τον χρόνο και την ιστορία — και γι’ αυτό ακριβώς είναι αγώνας ενάντια στον μύθο. Δεν καθορίζεται από τον χρόνο της ιστορίας, αλλά από τον ρέοντα χρόνο της επαναφοράς του ίδιου. Ο μύθος αφορά την πορεία της φύσης, την ενότητα με τη φύση και τη μονοσήμαντη ροή του γίγνεσθαι, της φθοράς και της αναγέννησης — όχι δεμένη σε χρονικές-ιστορικές συστοιχίες, αλλά στην αιωνιότητα του σύμπαντος και στις αστρικές του διατάξεις. Στον μύθο, ο χρόνος γίνεται κενός, ομοιόμορφος και ομογενοποιημένος χρόνος.

Σε σχέση με τις πολιτικοοικονομικές και φετιχισμο-κριτικές επισημάνσεις, ο αγώνας του Μπένγιαμιν για το χρόνο και την ιστορία και ενάντια στον μύθο αποκτά σαφή χαρακτηριστικά ως ένας αγώνας ενάντια στον καπιταλισμό.

Από τη μία πλευρά: στον καπιταλισμό, η ιστορία εκφυλίζεται σε φύση μέσω του ανταγωνισμού. Μέσα σε αυτόν, οι ισχυροί επιλέγονται από τους αδύναμους και, όσο βαθαίνει η κρίση, οι «χρήσιμοι» από τους «περιττούς». Όσοι αποδεικνύονται αρκετά ισχυροί στην ικανότητά τους να προσαρμόζονται έχουν τις μεγαλύτερες πιθανότητες επιβίωσης στον αγώνα για ύπαρξη. Οι επιχειρήσεις μπορούν να επιβιώσουν στο μέλλον μόνο εάν ανταποκρίνονται βέλτιστα στις νέες οικονομικές συνθήκες. Τα άτομα βρίσκονται μπροστά στην πρόκληση να διατηρούνται σε φόρμα ως «επιχειρηματικά εαυτά» (Bröckling 2013), μέσω μόνιμης αυτο-βελτίωσης, ώστε να συμμετέχουν στον ανταγωνιστικό αγώνα για εργασία — πάντοτε έτοιμα να προσαρμοστούν με δική τους πρωτοβουλία. Όσοι αποδειχθούν πολύ αδύναμοι σε αυτή τη διαδικασία εξοστρακίζονται από την κούρσα. Αυτό που ο Δαρβίνος νόμιζε ότι ανακάλυψε ως νόμο της φυσικής επιλογής μετατρέπεται σε νόμο της καπιταλιστικο-ιστορικής επιλογής — στη «βιολογικοποίηση της παγκόσμιας κοινωνίας» (Kurz 2009, σ. 293 επ.).

Δεύτερον, όπως γράφει ο Μαρξ στην ανάλυσή του για τον φετιχιστικό χαρακτήρα του εμπορεύματος και το μυστήριό του, ο κοινωνικός χαρακτήρας της εργασίας και η αντιπροσωπευτικότητα των προϊόντων της εμφανίζονται «ως κοινωνικο-φυσικές ιδιότητες αυτών των πραγμάτων» (Μαρξ 1976, σ. 165). Το κοινωνικό πλαίσιο της εμπορευματικής παραγωγής εμφανίζεται ως φυσικό πλαίσιο· η παραγωγή εμπορευμάτων ως κάτι το «φυσικό». Γύρω από αυτόν τον φαινομενικά φυσικό κύκλο περιστρέφεται —σε μια πορεία που επιτείνεται μέσω του ανταγωνισμού και της διαρκούς επέκτασης— το πάντα ίδιο: ο αυτοσκοπός της κεφαλαιακής συσσώρευσης. Το πάντα ίδιο, όμως, δεν είναι ιστορία — είναι μύθος.

Η νεωτερικότητα, συνεπώς, δεν μπορεί να περιγραφεί ως διαδικασία εξορθολογισμού ή απομάγευσης του κόσμου, όπως πίστευε ο Μαξ Βέμπερ, αλλά μάλλον χαρακτηρίζεται από μια διαδικασία (επαν)μυθοποίησης και μαγικού μαγνητισμού. Αυτά εκδηλώνονται στο φαινόμενο της μαγευτικής λατρείας του εμπορεύματος. Και αυτή η λατρεία δεν μπορεί να διαχωριστεί από τα συμφραζόμενα της παραγωγής, της διανομής και της κατανάλωσης των εμπορευμάτων — δηλαδή από τον μύθο που εκπροσωπεί η εμπορευματική παραγωγή στο σύνολό της.

Στον μύθο της παραγωγής εμπορευμάτων, ο χρόνος μετατρέπεται σε έναν ομοιογενώς ρέοντα και άδειο χρόνο· διότι ο συγκεκριμένος χρόνος της εργασίας υποτάσσεται στον αφηρημένο χρόνο της αξίας (Zamora 2022, 266 επ.). Ενσωματώνεται στη ποιοτικά (δηλαδή ως προς το περιεχόμενο) κενή ροή της αυτοαξιοποίησης του κεφαλαίου ως ενός αφηρημένου και κενού αυτοσκοπού. Αυτό συνοδεύεται από μια σπειροειδή επιτάχυνση χωρίς ανάπαυλα – όπως την είχε περιγράψει ο Μπένγιαμιν στο επίπεδο του φαινομένου της διαρκούς καπιταλιστικής λατρείας χωρίς διακοπή από εορτές (βλ. Benjamin 1921). Η κινητήρια δύναμη αυτής της αδιάκοπης ανησυχίας είναι η ένταση για την αύξηση της παραγωγικότητας υπό τις πιέσεις του ανταγωνισμού. «[…] [Η] αξία, που επιμένει να είναι αξία, διατηρείται μέσω της αύξησης· και διατηρείται ακριβώς μόνο με το να υπερβαίνει διαρκώς το ποσοτικό της όριο» (Marx 1993, 270). Στη διαδικασία αυτή, η συσσώρευση του κεφαλαίου κινείται σε αυτοαναφορικούς, κενούς και ανολοκλήρωτους κύκλους, οι οποίοι δεν μπορούν να σταματήσουν σε κανένα εξωτερικό όριο. Η συσσώρευση ως αέναη διαδικασία είναι αναγκαία για λόγους αυτοσυντήρησης.

«Ο χρόνος του κεφαλαίου χαρακτηρίζεται από το παράδοξο μιας κυκλικότητας προσανατολισμένης προς το μέλλον. Όμως αυτό το μέλλον δεν είναι τίποτε άλλο από το μέλλον μελλοντικών κύκλων συσσώρευσης» (Zamora 2018, 215). Έτσι, το κενό του συσσωρευτικού αυτού γίγνεσθαι ως προς το περιεχόμενο είναι παγιδευμένο μέσα στο ομοιογενές κενό του χρόνου, ο οποίος κυλά ως μια επανάληψη του ίδιου – χωρίς σκοπό και χωρίς δυνατότητα διαφυγής από τη μαγεία του ίδιου που επανέρχεται αδιάκοπα. Το γεγονός ότι το καινούργιο αντικαθιστά πάντα το παλιό, ότι νέα προϊόντα, μάρκες, μόδες και τάσεις διαδέχονται το ένα το άλλο, αντιφάσκει μόνο φαινομενικά σε αυτό. Το καθοριστικό είναι «ότι το πρόσωπο του κόσμου δεν αλλάζει ποτέ ακριβώς ως προς αυτό που είναι νέο, ότι το νέο είναι πάντοτε το ίδιο σε όλα του τα συστατικά» (Benjamin 2015a, 676). Ακόμη και το νέο, μέσα στην αέναη εναλλαγή του, δεν μπορεί να καλύψει το κενό. Δεν προσφέρει ικανοποίηση και ανακούφιση, αλλά γεννά εκείνη την ανία που εκφράζει το κενό το οποίο υποτίθεται πως έρχεται να καλυφθεί μέσα από την αδιάκοπη καινοφάνεια. Για τους ανιασμένους καταναλωτές υπάρχουν πλέον προσφορές ανακούφισης και εμβάθυνσης στους αντίστοιχους τομείς των events, της εσωτεριστικής εμπειρίας και της πνευματικότητας. Κυμαίνονται από την ένταση της εμπειρίας ευτυχίας μέσω “βαθύτερων” πνευματικών εμπειριών μέχρι τη διαρκή διασκέδαση μέσω συμβάντων (βλ. Böttcher 2023, 81 επ.). Όλο και περισσότερο από το ίδιο ζητείται και προσφέρεται στον μυθολογικό κύκλο της «επιστροφής του ίδιου».

4. Όρια της «Επιστροφής του Ίδιου» και το Τελικό Κενό του Καπιταλισμού

Ωστόσο, η «επιστροφή του ίδιου» δεν μπορεί να συνεχίζεται επ’ άπειρον. Συναντά ένα λογικό όριο, το οποίο ο Μαρξ είχε περιγράψει ως την «κινούμενη αντίφαση» (Marx 1993, 706) του κεφαλαίου. Η παραγωγή εντός του πλαισίου του ανταγωνισμού εξαναγκάζει την αντικατάσταση της εργασίας από την τεχνολογία ως πηγή αξίας και υπεραξίας. Έτσι όμως το κεφάλαιο καταστρέφει τις ίδιες του τις βάσεις. Με την επανάσταση της μικροηλεκτρονικής, η εξαφάνιση της ουσίας της εργασίας δεν μπορεί πια να αντισταθμιστεί με την επέκταση της παραγωγής, τη μείωση του κόστους, τη φθηνότερη παραγωγή εμπορευμάτων, τη διεύρυνση των αγορών κ.ο.κ. Κατά συνέπεια, το λογικό όριο συναντά και ένα ιστορικό όριο, το οποίο δεν μπορεί πλέον να ξεπεραστεί εντός του πλαισίου του καπιταλισμού.

Ο Μπένγιαμιν, βέβαια, δεν περιέλαβε την «απόκρυφη κατοικία της παραγωγής» (Marx 1976, 279) στην κριτική του στον καπιταλισμό. Παρ’ όλα αυτά, από την κριτική του, η οποία επικεντρώνεται σε φαινόμενα καίρια για την κατανόηση της σημερινής καπιταλιστικής κρίσης, μπορούν να εξαχθούν σημαντικές ενδείξεις:

1. Ο Μπένγιαμιν προσεγγίζει τα όρια του καπιταλισμού στο επίπεδο της ενοχής. Είχε χαρακτηρίσει την καπιταλιστική λατρεία ως «λατρεία που γεννά ενοχή και όχι εξιλέωση» (Benjamin 1921), δηλαδή ως μια λατρεία χωρίς δυνατότητα σωτηρίας. Ακόμα και ο Θεός περιλαμβάνεται σε αυτόν τον κύκλο ενοχής (ό.π.). Ο Θεός δεν είναι απλώς νεκρός, αλλά η «υπερβατικότητά του έχει λήξει» και επομένως «ενσωματώνεται στην ανθρώπινη ύπαρξη» (ό.π.). Δεν στέκεται απέναντι από τις συνθήκες, υπερβαίνοντάς τες, αλλά γίνεται έκφραση της εμμενούς φετιχοποίησής τους – η «πραγματική μεταφυσική» (Robert Kurz) των καπιταλιστικών σχέσεων. Σ’ αυτό το πλαίσιο, όταν ο καπιταλισμός γίνεται θρησκεία, δεν προσφέρει «μεταρρύθμιση της ύπαρξης, αλλά την πλήρη καταστροφή της. […] Είναι η εξάπλωση της απόγνωσης, μέχρις ότου η απόγνωση γίνει θρησκευτική κατάσταση του κόσμου» (ό.π.). Η ουσία αυτής της θρησκείας είναι η επιμονή ως το τέλος, «μέχρι το σημείο όπου ακόμη και ο Θεός αναλαμβάνει πλήρως το φορτίο της ενοχής, μέχρι το σημείο που το σύμπαν κατακλύζεται από εκείνη την απόγνωση, η οποία αποτελεί στην πραγματικότητα τη μυστική του ελπίδα» (ό.π.). Έτσι, το τέλος του κόσμου μοιάζει πια πιο νοητό από το τέλος του καπιταλισμού (όπως έχει πει και ο Frederic Jameson).

2. Σύμφωνα με τον Μπένγιαμιν, ο Θεός που κρύβεται στη λατρεία του καπιταλισμού γίνεται αναγνωρίσιμος στο ζενίθ του χρέους (βλ. Benjamin 1921). Σ’ αυτό το σημείο, γίνεται φανερό ότι η ψευδο-συσσώρευση του κεφαλαίου στις χρηματοπιστωτικές αγορές δεν μπορεί πια να συσχετιστεί με την πραγματική συσσώρευση, με αποτέλεσμα οι φούσκες να σκάνε ξανά και ξανά. Η ροή του ομοιογενούς και άδειου χρόνου, την οποία ο Μπένγιαμιν είχε συνδέσει με την έννοια της προόδου, αναγνωρίζεται στην όξυνση της κρίσης της καπιταλιστικής «πραγματικής μεταφυσικής» ως το κενό που συνδέεται με τον πολλαπλασιασμό του κεφαλαίου ως αφηρημένου αυτοσκοπού. Είναι ένα κενό με δύο έννοιες: Πρώτον, επειδή προσανατολίζεται όχι στην ποιότητα –δηλαδή στο περιεχόμενο– αλλά στην ποσότητα, δηλαδή στον αφηρημένο πολλαπλασιασμό. Τα αντικείμενα του κόσμου δεν αναγνωρίζονται ως φορείς ιδιαίτερων ποιοτήτων, αλλά μόνο ως υλικό για την αξιοποίηση του κεφαλαίου. Δεύτερον, με την εμμενή κρίση της αξιοποίησης –η οποία πλέον δεν μπορεί να ξεπεραστεί–, ο αφηρημένος και ανορθολογικός αυτοσκοπός της αύξησης του κεφαλαίου/χρήματος καθαυτού καταλήγει στο κενό. Ο Ρόμπερτ Κουρτς εντοπίζει το καταστροφικό του δυναμικό στην αδυναμία επίλυσης της «αντίφασης ανάμεσα στο μεταφυσικό κενό και την ‘αναγκαστική αναπαράσταση’ της αξίας στον αισθητό κόσμο» (Kurz 2021, 69). «Από αυτό προκύπτει ένα διπλό δυναμικό εξόντωσης: ένα ‘συνηθισμένο’, κατά κάποιο τρόπο καθημερινό, όπως πάντοτε προέκυπτε από τη διαδικασία αναπαραγωγής του κεφαλαίου, και ένα σχεδόν τελικό, όταν η διαδικασία αποεπένδυσης φθάνει σε απόλυτα όρια» (ό.π., 70).

3. Η φυσικοποίηση της ιστορίας, την οποία ο Μπένγιαμιν εντόπιζε στην επιλογή του ισχυρού έναντι του αδύναμου, λαμβάνει καταστροφικό χαρακτήρα όσο προχωρά η κρίση. Εκβαρβαρίζεται σε έναν κοινωνικοδαρβινικό αγώνα για επιβίωση, ο οποίος ολοένα και λιγότερο μπορεί να περιοριστεί μέσω πολιτικών ρυθμίσεων. Αυτό εκφράζεται στην αποκαλούμενη πολυκρίση: κατάρρευση κρατών, πόλεμοι και εμφύλιοι, καταστροφή των όρων ζωής, μετανάστευση και προσφυγιά, κλιμάκωση της βίας στην κρατική καταστολή και βάρβαροι αγώνες επιβίωσης. Ο αγώνας είναι μέχρι θανάτου. Αλλά σχεδόν τίποτα δεν διακυβεύεται πια, διότι ο καπιταλιστικός αγώνας για κοινωνικοδαρβινική αυθυπέρβαση καταλήγει στο μηδέν. Η καταστροφή είναι εγγενής στη διαδικασία αξιοποίησης του κεφαλαίου. Στη λογική της αξιοποίησης ως αυτοσκοπού, δεν μπορεί να υπάρξει χειραφέτηση, παρά μόνο ερείπια και καταστροφή.

5. Η Παρούσα Στιγμή του Κινδύνου: Καταστροφή του Κόσμου και Αυτοκαταστροφή

Η σημερινή «στιγμή του κινδύνου» (Benjamin 2006, 391) είναι, κατά πάσα πιθανότητα, ο πόλεμος στην Ουκρανία. Μέσα του αστράφτουν οι πόλεμοι για την παγκόσμια τάξη, που διεξάγονται κυρίως σε περιοχές όπου τα κράτη καταρρέουν. Αποτελούν μια απατηλή απάντηση στο «εδαφικό σύστημα κυριαρχίας, το οποίο αρχίζει να αποσυντίθεται μπροστά στα μάτια των δημοκρατικο-καπιταλιστικών μηχανισμών, οι οποίοι άθελά τους στηρίζουν αυτή τη διαδικασία» (Kurz 2021, 414). Στον πόλεμο της Ουκρανίας γίνεται φανερό ότι και οι λεγόμενες μεγάλες δυνάμεις, που διαθέτουν πυρηνικά όπλα μαζικής καταστροφής, συμμετέχουν στις διαδικασίες καπιταλιστικής αποσύνθεσης. Αγωνίζονται για αυτοεπιβεβαίωση εντός αυτών των διαδικασιών. Μα και αυτός ο αγώνας καταλήγει στο κενό, διότι δεν υπάρχει προοπτική ενός νέου καθεστώτος συσσώρευσης, ικανού να θεμελιώσει μια νέα ηγεμονική «παγκόσμια τάξη» (βλ. Konicz 2022).

Παράλληλα, τα απομονωμένα και αποπροσανατολισμένα άτομα εξωθούνται σ’ έναν ανταγωνιστικό αγώνα αυτοεπιβεβαίωσης. Υπό την πίεση ενός μόνιμου και ανέφικτου καθεστώτος αυτο-βελτίωσης, τίθεται ως καθήκον μια αυτοϋποταγή που πρέπει να επιτευχθεί με ίδια μέσα. Στην πορεία αυτή, η «αυτοαναφορικότητα της άδειας μεταφυσικής μορφής» (Kurz 2021, 69) δεν παραμένει εξωτερική ως προς τα υποκείμενα· αντίθετα, αυτά εξαναγκάζονται να διαχειριστούν τις κρίσεις στις οποίες εκτίθενται εντός αυτής της μορφής. Και αυτοί οι αγώνες οδηγούν στο κενό, όσο περισσότερο η εργασία, ως βάση της ατομικής πράξης και της αυτόνομης αυτοσυνείδησης, διαλύεται.

Το σύμπαν, «καταληφθέν από την απόγνωση που είναι στην πραγματικότητα η μυστική του ελπίδα» (Benjamin 1921), αλληλεπιδρά με την «κατάσταση» μέσα στην οποία τα άτομα καλούνται να επεξεργαστούν τις δυναμικές της κρίσης. Στο πλαίσιο αυτό, η άμυνα απέναντι στην εμπειρία της αδυναμίας και του εξευτελισμού μπορεί να λάβει τη μορφή μεγαλόπνοων παραισθήσεων ισχύος και να οδηγήσει ακόμη και στην αυτοκαταστροφή (βλ. Böttcher, Elisabeth 2022). Οι απόπειρες άμυνας απέναντι στο άδειο εγώ και η ταυτοτική του θωράκιση μπορεί να λειτουργήσουν ως μηχανισμοί που καθιστούν εύλογη τη «υπεράσπιση της δυτικής ελευθερίας» και την αποδοχή του ενδεχόμενου αφανισμού του κόσμου ως τίμημα αυτής – μπροστά στην απόγνωση. Η «μεγαλοσύνη» του δυτικού κόσμου εκφράζεται τότε ως προθυμία κάποιου να θυσιαστεί για χάρη του.

Η έσχατη υπόσχεση αυτοτελούς μεγαλείου είναι η προθυμία για αυτοκαταστροφή και καταστροφή του κόσμου. Αυτή εμφανίζεται ως δυνατότητα επίδειξης μεγαλείου και επίρρωσης ισχύος μέσω πράξεων καταστροφής. Σε κοινωνικό επίπεδο, ακόμη και οι μαζικές επιθέσεις (rampages) καθίστανται εντός εμβέλειας. Ο Ρόμπερτ Κουρτς το υπαινίχθηκε όταν έγραψε: «Η έννοια της δημοκρατικής μαζικής επίθεσης πρέπει […] να ληφθεί κυριολεκτικά στο επίπεδο των στρατιωτικών επιχειρήσεων. […] Όσο πιο ασταθής και επικίνδυνη γίνεται η παγκόσμια κατάσταση, τόσο περισσότερο έρχεται στο προσκήνιο η στρατιωτική της διάσταση και τόσο λιγότερη είναι η διστακτικότητα να χρησιμοποιηθεί βία υψηλής τεχνολογίας σε μεγάλη κλίμακα χωρίς ερωτήσεις» (Kurz 2021, 429). Ο «μη διαχειρίσιμος κόσμος» και η «ακατανόητη φύση των προβλημάτων» μπορούν να κινητοποιήσουν μια «διάχυτη οργή για καταστροφή» (ό.π.).

Τα εθνικά κράτη που αντιπαρατίθενται σε πολεμικά ή επικίνδυνα διατεταγμένα μπλοκ αποτελούν τμήματα του παρανοϊκού καπιταλιστικού φετιχιστικού συστήματος, το οποίο έχει αγγίξει τα όρια της δυνατότητας αναπαραγωγής του και εντός του οποίου δεν μπορεί να υπάρξει ειρηνική συνύπαρξη. «Στον κόσμο του ολοκληρωμένου καπιταλισμού, μόνο η απροκάλυπτη τρέλα είναι ρεαλιστική. Υπό αυτές τις συνθήκες, ο λεγόμενος πραγματισμός αποκτά αναπόφευκτα αποκαλυπτικά χαρακτηριστικά» (Kurz 2001, 343).

6. Το Ερώτημα της Σωτηρίας
6.1 Η Διακοπή και η Διαλεκτική σε Ακινησία

Στη «στιγμή του κινδύνου» που αναγνωρίζει ο Μπένγιαμιν στην απειλή του φασισμού και του πολέμου, το ερώτημα του τι μπορεί να μας σώσει από την καταστροφική ροή του άδειου, ομοιογενούς χρόνου μέσα στη συνέχεια της καπιταλιστικής προόδου καθίσταται επιτακτικό. Για τον Μπένγιαμιν, η δυνατότητα της σωτηρίας εξαρτάται από τη διακοπή αυτής της άδειας και ομοιογενούς ροής του χρόνου και την ανατίναξη του «συνεχούς της ιστορίας» (Benjamin 2006, 396). Αυτό συνδέεται με την άρνηση της λήθης και της αδιαφορίας απέναντι σε ό,τι ισοπέδωσε ο άδειος χρόνος – όχι λιγότερο απέναντι στα «ονόματα των γενεών των καταπιεσμένων» (ό.π., 394). Η «συρροή» που γίνεται αναγνωρίσιμη «στη στιγμή του κινδύνου» δεν προετοιμάζει μια ομαλή μετάβαση, μια ήπια μεταμόρφωση σε κάτι νέο· αντίθετα, εκτονώνεται σ’ ένα «σοκ» (ό.π., 396), που λειτουργεί ως διακοπή του «πάντοτε ίδιου» εντός της καταστροφικής πορείας.

Στην «διαλεκτική εικόνα», το παρελθόν αναβοσβήνει «στο τώρα της αναγνωρισιμότητάς του» (Benjamin 2006, 183). Το παρελθόν φέρει σ’ αυτή την εικόνα «στον μέγιστο βαθμό το στίγμα ενός κριτικού, επικίνδυνου στοιχείου» (Benjamin 2015, 578). Αυτό που «υπήρξε» μπορεί να αποτελέσει το διαλεκτικό περίβλημα, την εισβολή μιας αφυπνισμένης συνείδησης (ό.π., 491). Η αφύπνιση είναι ξύπνημα από τον ύπνο και τη μυθολογική ραστώνη, από τον καπιταλισμό, που είχε επικαθίσει στην Ευρώπη ως «φυσικό φαινόμενο» και επέφερε μια «επανενεργοποίηση μυθικών δυνάμεων» (ό.π., 494).

Η «διαλεκτική εικόνα» μας επιτρέπει να ξυπνήσουμε από το όνειρο και να φέρουμε στο φως την «ακόμη μη συνειδητοποιημένη γνώση αυτού που υπήρξε». Η αφύπνιση συνδέεται με τη μνήμη του ιστορικά αφανισμένου, πρωτίστως των θυμάτων πάνω στα οποία κύλησε η πρόοδος. Στοχεύει σε μια «ιστορία που από την αρχή ήταν άκαιρη, θλιβερή, ανεπιτυχής» (Benjamin 1998, 155)

6.2 Το Ερώτημα της Σωτηρίας στην Καπιταλιστική Κρίση ως την Παρούσα «Στιγμή του Κινδύνου»

Στην παρούσα «στιγμή του κινδύνου», η τάση προς την καταστροφή του κόσμου και την αυτοκαταστροφή καθίσταται ορατή. Η δυνατότητα για «μεταρρύθμιση της [καπιταλιστικής, σ.σ.] ύπαρξης» (Benjamin 1921) έχει εξαντληθεί. Αυτή η απελπισία ισοδυναμεί με «καταστροφή» (ό.π.), με καταστροφή της συνύπαρξης ανθρώπου και φύσης ως βάσης κάθε ζωής.

Στη σημερινή «συρροή», η «διαλεκτική εικόνα» που αναβοσβήνει θα ήταν αναγνώσιμη ως διακοπή του υπάρχοντος μέσα στο πλαίσιο των καπιταλιστικών φετιχιστικών σχέσεων και της «πραγματικής τους μεταφυσικής». Ο θεός ή το φετίχ που παραμένει κρυμμένος στην πορεία του καπιταλισμού γίνεται αναγνωρίσιμος στο απόγειο της κρίσης. Πρέπει να σπάσουμε μαζί του – δηλαδή με τις κατηγορίες που συγκροτούν τον καπιταλισμό: με την αξία και τη διάκριση (dissociation) στο πιο αφηρημένο επίπεδο, με τη διαμεσολάβησή τους στο χρήμα ως την πιο αφηρημένη έκφραση του κενού της διαδικασίας αξιοποίησης, με την ενσάρκωσή τους στις πολώσεις αγοράς και κράτους, οικονομίας και πολιτικής, με το υποκείμενο και τον Διαφωτισμό…

Η πρόκληση έγκειται σε μια συνεπή κριτική των καπιταλιστικών φετιχιστικών σχέσεων, η οποία ταυτόχρονα προϋποθέτει μια απομυθοποίηση του καπιταλιστικού μύθου. Οφείλει να αντισταθεί στον πειρασμό της υποτροπής σε (χυδαία) υλιστικές αμεσότητες – είτε με τη μορφή της επιστροφής στην τάξη, το συμφέρον, τα αναγνωρίσιμα υποκείμενα, είτε με μια πράξη που στοχεύει σε μετασχηματισμό και εναλλακτικές μέσα από μια ψευδή αμεσότητα (βλ. Kurz 2021, 365 επ.). Κατά προσεκτικότερη εξέταση, αυτές οι λεγόμενες εναλλακτικές αποδεικνύονται συχνά ψευδο-εναλλακτικές που δεν σηματοδοτούν ρήξη με τις καπιταλιστικές κατηγορίες, αλλά παραμένουν εγκλωβισμένες στις φετιχοποιημένες μορφές της καπιταλιστικής συνθήκης (βλ. Meyer 2022).

Η «διαλεκτική εικόνα» που αναβοσβήνει μέσα στην όξυνση της καπιταλιστικής κρίσης (Benjamin 1921) φωτίζει αυτό που το κεφάλαιο συνθλίβει ή έχει ήδη συνθλίψει· ό,τι χάθηκε στην ιστορία του και είναι καταδικασμένο στο παρόν. Ενέχει μια ένσταση απέναντι στον κοινωνικοδαρβινιστικό χαρακτήρα της ιστορίας του καπιταλισμού, όπου οι νικητές επιλέγονται από τους ηττημένους στον αγώνα για επιβίωση· όπου, στην κλιμακούμενη κρίση, «δεν έχει μείνει τίποτα να χαθεί» και αυτή η πορεία καταλήγει στην εξόντωση.

Η «εικόνα» στοχεύει σε μια «παύση» της «κίνησης της σκέψης» (Benjamin 2006, 396), σε μια «διαλεκτική σε ακινησία». Επιτρέπει στους «διαλεκτικούς της ιστορίας» να «στοχαστούν» τη συρροή των κινδύνων, να «παρακολουθήσουν την ανάπτυξή τους στη σκέψη» και να τους «αποτρέψουν ανά πάσα στιγμή, με μία μόνο ώθηση της στιγμής» (Benjamin 2006, 595). Αυτό παραμένει αδύνατο χωρίς στοχασμό της κατάρρευσης του καπιταλισμού και χωρίς ρήξη με τις φετιχιστικές σχέσεις του – συμπεριλαμβανομένου του πειρασμού να αναζητηθούν εμμενείς διεξόδοι εντός των καπιταλιστικών κατηγοριών, σε μια ομαλή συνέχεια του «status quo».

Βιβλιογραφία

Αντόρνο, Τέοντορ Β. 1977. «Η Επικαιρότητα της Φιλοσοφίας». Telos 31: 120–133. Διαθέσιμο στο: https://platypus1917.org/wp-content/uploads/adorno_actualityphilosophy-1.pdf.

Αντόρνο, Τέοντορ Β. 2013. Ενάντια στην Επιστημολογία: Μια Μετακριτική. Κέιμπριτζ: Polity.

Μπένγιαμιν, Βάλτερ. 1921. «Ο Καπιταλισμός ως Θρησκεία». Διαθέσιμο στο: https://cominsitu.wordpress.com/2018/06/08/capitalism-as-religion-benjamin-1921/.

Μπένγιαμιν, Βάλτερ. 1989. «Ν (Σχετικά με τη Θεωρία της Γνώσης, Θεωρία της Προόδου)». Στο Benjamin: Φιλοσοφία, Αισθητική, Ιστορία, επιμ. G. Smith. Σικάγο: University of Chicago Press.

Μπένγιαμιν, Βάλτερ. 1998. Η Καταγωγή του Γερμανικού Τραγικού Δράματος. Νέα Υόρκη: Verso.

Μπένγιαμιν, Βάλτερ. 2006. Βάλτερ Μπένγιαμιν: Επιλεγμένα Κείμενα, επιμ. Michael W. Jennings. Βοστώνη: Harvard University Press.

Μπένγιαμιν, Βάλτερ. 2015. Το Έργο των Παρισινών Στοών (Das Passagen-Werk). Συλλεγμένα Κείμενα, Τόμος V 1. Φρανκφούρτη: Suhrkamp Verlag.

Μπένγιαμιν, Βάλτερ. 2015α. Το Έργο των Παρισινών Στοών (Das Passagen-Werk). Συλλεγμένα Κείμενα, Τόμος V 2. Φρανκφούρτη: Suhrkamp Verlag.

Μπέτσερ, Ελίζαμπετ. 2024. «Αυτοκαταστροφή και Καταστροφή του Κόσμου: Ανδρισμός και Ετοιμότητα για Βία». Αδημοσίευτο χειρόγραφο· αναμένεται να εκδοθεί στο exit!, 2024.

Μπέτσερ, Χέρμπερτ. 2021. «Καπιταλισμός – Θρησκεία – Εκκλησία – Θεολογία». Στο Καπιταλισμός: Λατρεία ενός Θανάσιμου Χρέους. Η Προφητική Κληρονομιά του Βάλτερ Μπένγιαμιν, επιμ. Kuno Füssel και Michael Ramminger, 31–81. Μίνστερ: Edition ITP-Kompass.

Μπέτσερ, Χέρμπερτ. 2022. Προς την Επιχειρηματική Εκκλησία. Βίρτσμπουργκ: Echter.

Μπρέκλινγκ, Ούλριχ. 2016. Το Επιχειρηματικό Εγώ: Η Κατασκευή ενός Νέου Τύπου Υποκειμένου. Μετάφραση: Steven Black. Λος Άντζελες: SAGE.

Χέγκελ, Γκέοργκ Βίλχελμ Φρίντριχ. 1971. Διαλέξεις για τη Φιλοσοφία της Ιστορίας. Στο Άπαντα, επιμ. Hermann Glockner. Στουτγκάρδη: Frommann-Holzboog.

Χάιντεγκερ, Μάρτιν. 2008. Είναι και Χρόνος. Νέα Υόρκη: HarperCollins.

Κόνιτς, Τόμας. 2022. «Κίνα: Πολλαπλές Κρίσεις Αντί για Ηγεμονία». Διαθέσιμο στο: https://exitinenglish.com/2023/03/05/china-multiple-crises-instead-of-hegemony/

Κουρτς, Ρόμπερτ. 2001. Διαβάζοντας τον Μαρξ: Τα Σημαντικότερα Κείμενα του Καρλ Μαρξ για τον 21ο Αιώνα. Φρανκφούρτη: Eichborn.

Κουρτς, Ρόμπερτ. 2011. Μαύρη Βίβλος του Καπιταλισμού. Ένα Ρέκβιεμ για την Οικονομία της Αγοράς. Φρανκφούρτη: Ullstein Taschenbuch.

Κουρτς, Ρόμπερτ. 2012. Χρήμα Χωρίς Αξία. Βερολίνο: Horlemann Verlag.

Κουρτς, Ρόμπερτ. 2021. Πόλεμος για την Παγκόσμια Τάξη: Το Τέλος της Κυριαρχίας και οι Μεταμορφώσεις της Αυτοκρατορίας στην Εποχή της Παγκοσμιοποίησης. Σπρίνγκε: zu Klampen Verlag.

Μαρξ, Καρλ. 1993. Grundrisse. Νέα Υόρκη: Penguin.

Μαρξ, Καρλ. 1976. Το Κεφάλαιο, Τόμος Ι. Νέα Υόρκη: Penguin.

Μάγερ, Τόμας. 2022. «Κατηγοριακή Κριτική και το Αναγκαίο Ερώτημα για Εναλλακτικές στον Καπιταλισμό». Netz-Telegramm – Πληροφορίες του Οικουμενικού Δικτύου Ρήνος-Μόζελας-Σάαρ, Φεβρουάριος: 1–10.

Βέρνερ, Νατίνε. 2011. «Χρόνος και Πρόσωπο». Στο Εγχειρίδιο Μπένγιαμιν: Βίος – Έργο – Επίδραση, επιμ. Burkhardt Lindner, 3–8. Στουτγκάρδη/Βαϊμάρη: J.B. Metzler.

Related posts